Το ευρώ δεν είναι πραγματικά ένα κοινό νόμισμα

Αρθρο στην Εφημερίδα Ελευθεροτυπία

http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=127662

Του ΣΩΤΗΡΗ ΧΤΟΥΡΗ* Η σημερινή ελληνική οικονομική κρίση έχει δύο διαστάσεις.
Η πρώτη συνδέεται με όλες τις δύσμορφες και ανορθολογικές δομές του κράτους και της οικονομίας μας, ενώ η δεύτερη απορρέει από τους περιορισμούς και τη δημοσιονομική πειθαρχία που απαιτεί η συμμετοχή μας στην ΟΝΕ και η στήριξη της αξιοπιστίας του ευρώ.

Πράγματι, είναι η πρώτη φορά στην οικονομική μας ιστορία που μία ελληνική κυβέρνηση έχει να αντιμετωπίσει ένα τόσο πολύπλοκο και μη ελεγχόμενο πρόβλημα. Η κυβέρνηση δεν μπορεί να βοηθήσει τις εξαγωγές και τον τουρισμό μέσω μιας υποτίμησης του εθνικού νομίσματος, αλλά ούτε και να περιορίσει τις εισαγωγές και την πολυτελή κατανάλωση που υποστηρίζονται από το ισχυρό ευρώ.

Στις τελευταίες δεκαετίες η αύξηση της κατανάλωσης μεταφράστηκε σε μία δυσανάλογη και σχεδόν αυτόματη αύξηση του εξωτερικού χρέους και μόνο σε μικρό βαθμό επηρέασε την ανάπτυξη της εσωτερικής παραγωγής και τον εκσυγχρονισμό των παραγωγικών μέσων. Ειδικότερα, με το ευρώ βρεθήκαμε στην ανοιχτή θάλασσα της ΟΝΕ, πάνω σε ένα υπερμέγεθες σκάφος πολυτελείας, αλλά με μικρές «παραγωγικές» μηχανές. Οσο επικρατούσε νηνεμία και ο δανεισμός από την ΕΚΤ ήταν διαρκής και χαμηλότοκος κανείς δεν ανησυχούσε, ούτε εμείς αλλά ούτε και οι αγαπητοί Ευρωπαίοι εταίροι μας που έβλεπαν στην ελληνική αγορά ένα «πιστό» και αχόρταγο καταναλωτή που χρειαζόταν φθηνό χρήμα για να διατηρήσει τις ευρωπαϊκές καταναλωτικές του συνήθειες.

Αυτός ο αμοιβαίος υποκριτικός εναγκαλισμός τελείωσε ξαφνικά με το ξύπνημα που έφερε η κατάρρευση της αγοράς των παραγώγων, οι επισφαλείς απαιτήσεις και τα χρέη των τραπεζών, καθώς και η συνεπαγόμενη ύφεση που ακολούθησε. Το ευρώ φάνηκε ξαφνικά γυμνό και αδύναμο να στηρίξει πολλούς από τους εταίρους που το δημιούργησαν. Ο καθένας είναι τώρα μόνος του απέναντι στις διαρθρωτικές του αδυναμίες (Ελλάδα, Ισπανία, Ιταλία), αλλά και στις ευκαιρίες που δημιουργεί το κοινό νόμισμα και η εσωτερική αγορά (Γερμανία, Γαλλία, Ολλανδία). Με άλλα λόγια, το ισχυρό νόμισμα που χρησιμοποιούμε δεν είναι στην πραγματικότητα ένα κοινό νόμισμα, αλλά περισσότερο το νόμισμα των μεγάλων οικονομιών, και ιδιαίτερα της Γερμανίας, στο οποίο οι υπόλοιποι έχουμε ένα είδος περιορισμένης δικαιόχρησης και μόνο μία μικρή συμμετοχή στις αποφάσεις που το επηρεάζουν. Στην περίπτωση που το ευρώ ήταν πράγματι ένα κοινό νόμισμα, θα έπρεπε να αντανακλά το σύνολο της οικονομίας των εταίρων, καθώς και τις ειδικές διαρθρωτικές δυσκολίες που εμφανίζουν. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θα ξεπερνούσε τότε το «φοβικό σύνδρομο» που τη διακατέχει απέναντι στη μεγάλη διακύμανση της τιμής του ευρώ και τον ελεγχόμενο πληθωρισμό, κάτι που δεν φοβούνται οι ΗΠΑ με το δολάριο. Το κοινό νόμισμα θα εξασφάλιζε έτσι την ευελιξία που του είναι απαραίτητη για να αποτελέσει το εργαλείο για μία αναπτυξιακή και διαρθρωτική πολιτική, πάνω στην οποία θα στηριζόταν και η επιθυμητή σε όλους πράσινη ανάπτυξη.

Κάτι τέτοιο, ωστόσο, θα προϋπέθετε μια άλλη φιλοσοφία όσον αφορά την αμοιβαία στήριξη μεταξύ των εταίρων και μια κοινή ευρωπαϊκή οικονομική πολιτική. Μια πολιτική που θα επέβαλλε εύκολα και στους «απείθαρχους» εταίρους συγκεκριμένους κανόνες για οικονομική λειτουργία του κράτους και των μηχανισμών της αγοράς και η οποία θα συνοδευόταν από την οικονομική στήριξη των αναγκαίων διαρθρωτικών μέτρων από ένα Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ταμείο. Αυτό δηλαδή που χρειάζεται σήμερα η Ελλάδα και άλλες χώρες-μέλη της Ενωσης. Διαφαίνεται όμως αντίθετα ότι η λύση των προβλημάτων που εμφανίζονται στο σύμφωνο σταθερότητας με χώρες όπως η Ελλάδα, θα αντιμετωπίζονται κυρίως μέσα από διμερείς ή τριμερείς συμφωνίες, δηλαδή ανάμεσα σε αυτούς που χειρίζονται ουσιαστικά το κοινό νόμισμά και σε αυτούς που δανείζονται με δυσμενείς όρους. «Τα μεγάλα κράτη της Ε.Ε. εμφανίζονται έτσι και αλλιώς ως υπέρμαχοι των εξωθεσμικών διαδικασιών διαπραγμάτευσης και επίλυσης προβλημάτων της ενιαίας αγοράς και του κοινού νομίσματος»1. Η σημερινή όμως έλλειψη οικονομικής αλληλεγγύης, όπως τη ζούμε στις περιπτώσεις της Ελλάδος -μέλος της ΟΝΕ, της Ουγγαρίας, της Ρουμανίας και της Λετονίας- μη μέλη της ΟΝΕ, και πιθανά θα τη ζήσουμε και στο άμεσο μέλλον στις περιπτώσεις της Ισπανίας και τη Ιταλίας, τραυματίζει μακροχρόνια τη συνοχή της Ευρωπαϊκής Ενωσης και υποβαθμίζει τις όποιες θετικές επιδράσεις είχε το ευρώ στην ευρωπαϊκή ενοποίηση.

Η ελληνική κυβέρνηση έχει τώρα την ευκαιρία, παράλληλα προς τις αναγκαίες προσπάθειες που κάνει για την αποκατάσταση της αξιοπιστίας της χώρας, να δημιουργήσει μεσοπρόθεσμα τις κατάλληλες συμμαχίες για την ανάπτυξη μιας Ευρωπαϊκής Πολιτικής Οικονομικής Αλληλεγγύης μέσω ενός κατάλληλου Ταμείου. Μια πολιτική που θα επιτρέψει σε όλα τα μέλη της Ε.Ε. να αντιμετωπίσουν το εξωτερικό χρέος με όρους που θα εξασφαλίζουν την κοινωνική συνοχή και κυρίως την επιθυμητή από όλους πράσινη ανάπτυξη.

Κάτι ανάλογο έκανε σε μια άλλη εποχή ο Ανδρέας Παπανδρέου με το αίτημά του για Μεσογειακά Ολοκληρωμένα Προγράμματα, και τα οποία, παρά τις αρχικές αντιδράσεις, οδήγησαν σε μια νέα ευρωπαϊκή αναπτυξιακή πολιτική.

1 Χτούρης Σωτήρης, Παναγιώτης Γρηγορίου (2009) Μικρά και Μεσαία Κράτη στην Ευρωπαϊκή Ενωση, εκδ. Παπαζήση Αθήνα: 28-29

* Καθηγητής – Πανεπιστήμιο του Αιγαίου

Advertisements

~ by chtouris on February 2, 2010.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

 
%d bloggers like this: